Τη εικοστή εβδόμη Απριλίου, μνήμη του αγίου ΕΥΛΟΓΙΟΥ.
Ο όσιος πατήρ ημών Ευλόγιος
ασκούσε το επάγγελμα του λιθοξόου σε χωριό της Θηβαΐδος, επί βασιλείας Ιουστίνου
Α' (518-527). Κάθε βράδυ, επιστρέφοντας στο χωριό μετά την εργασία του, αναζητούσε
ταξιδιώτη ή μοναχό περαστικό και τον ικέτευε με επιμονή να καταλύσει στην
ταπεινή του κατοικία. Αντάλλαζαν αδελφικό ασπασμό, ο Ευλόγιος ένιπτε τα
πόδια του ξένου κατά μίμησιν Χριστού και του ετοίμαζε φαγητό, αγοράζοντας τα
τρόφιμα με την καθημερινή αμοιβή του. Μόλις τελείωνε το δείπνο, έριχνε τα
περισσεύματα στα σκυλιά, ώστε να μην μένει τίποτε για την επομένη,
εμπιστευόμενος στην θεία Πρόνοια. Κατόπιν περνούσε ώρες συνομιλώντας με τον
φιλοξενούμενο του για τα του Θεού και των αγαθών πού επαγγέλλονται στον ουρανό.
Μια φορά, παρείχε αβραμιαία φιλοξενία
στον αββά Δανιήλ της Σκήτεως, και ο Γέροντας από ευγνωμοσύνη ανέπεμψε
δέηση στον Κύριο, παρακαλώντας να χορηγήσει στον Ευλόγιο πλούτη, ώστε
να μπορεί εκείνος να πολλαπλασιάσει τις ελεημοσύνες του. Καθώς ο αββάς Δανιήλ
εγγυήθηκε την αρετή του Ευλογίου, η προσευχή του εισακούστηκε και την
επόμενη, σκάβοντας, ο Ευλόγιος βρήκε σε μια υπόγεια κρύπτη μεγάλη ποσότητα
χρυσού. Φοβούμενος ότι ο προεστός του χωρίου θα σφετεριζόταν τον θησαυρό,
αναχώρησε κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, εγκαταλείποντας τις αρετές που
εφάρμοζε όταν ήταν φτωχός.
Φθάνοντας στην Βασιλεύουσα, τα πλούτη
του άνοιξαν τις πύλες της αυτοκρατορικής αυλής και με δωροδοκίες κατόρθωσε να
αποκτήσει, το αξίωμα του επάρχου του πραιτορίου. Αγόρασε πολυτελή κατοικία
και ζούσε μεγάλη ζωή, χωρίς να ασχολείται πλέον με τους πτωχούς ή τα θεάρεστα
έργα. Μετά δύο χρόνια, ο αββάς Δανιήλ ειδοποιήθηκε σε όραμα για την ζωή του
προστατευομένου του και έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη για να τον επαναφέρει
στην οδό της ευσέβειας. Κάθε φορά όμως που ο Ευλόγιος έβγαινε από το
αρχοντικό του, οι υπηρέτες του απομάκρυναν βίαια τον μοναχό και τον εμπόδιζαν
να του απευθύνει τον λόγο.
