Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Μέγα Σάββατο (30/04/'16)

Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου καὶ τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω· ὁ γὰρ Βασιλευς τῶν βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, προσέρχεται σφαγιασθῆναι, καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς· προηγοῦνται δὲ τούτου, οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, μετὰ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, τὰς ὄψεις καλύπτοντα, καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.
Κάθε άνθρωπος ας σιωπήσει, και ας σταθεί με φόβο και τρόμο και ας μη συλλογίζεται τίποτε γήινο. Να, ο Βασιλιάς των βασιλιάδων και Κύριος των κυρίων προσέρχεται να σφαγιασθεί και να δοθεί ως τροφή στους πιστούς. Προηγούνται οι χοροί των Αγγέλων με κάθε (ουράνια) αρχή και εξουσία , τα Χερουβείμ με τα πολλά μάτια και τα Σεραφείμ με τις έξι φτερούγες που καλύπτουν τα πρόσωπα και υμνούν φωνάζοντας: Αλληλούια (αινείτε τον Θεόν), Αλληλούια, Αλληλούια.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Μεγάλη Παρασκευή (29/04/'16)

Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν 

γῆν κρεμάσας. (ἐκ γ'). Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν 


περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψευδῆ 


πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τὸν 


οὐρανὸν ἐν νεφέλαις. Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ 


ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἥλοις 


προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. 


Λόγχῃ ἐκεντήθη, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. 


Προσκυνοῦμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ. (ἐκ γ'). 


Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν. 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Μεγάλη Πέμπτη (28/04/'16)

Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες· αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοῖς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ' οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος. 
Με φόβο ας προσεγγίσουμε όλοι το τραπέζι του Μυστηρίου , με καθαρές ψυχές ας υποδεχθούμε το ψωμί , μένοντας μαζί με τον Κύριο για να δούμε πως πλένει τα πόδια των μαθητών και σκουπίζει με το λέντιο και ας κάνουμε όπως δούμε , με υπακοή ο ένας στον άλλο ας πλένουμε ο ένας τα πόδια του άλλου. Ο ίδιος ο Χριστός έτσι πρόσταξε μιλώντας στους μαθητές Του , αλλά δεν υπάκουσε ο Ιούδας ο δόλιος δούλος.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Μεγάλη Τετάρτη (27/04/'16)

Ἡ ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον, καὶ ἐπεγνωσμένη διὰ τὸν τρόπον, τὸ μύρον βαστάζουσα, προσῆλθέ σοι βοῶσα. Μή με τὴν πόρνην ἀπορρίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, μή μου τὰ δάκρυα παρίδῃς, ἡ χαρὰ τῶν Ἀγγέλων· ἀλλὰ δέξαι με μετανοούσαν, ἣν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν Κύριε, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος. 
Η απελπισμένη για τη ζωή (της) και γνωστή για τη συμπεριφορά , κρτώντας μύρο ήλθε σε Σένα κραυγάζοντας: Μη με απορρίψεις εμένα την πόρνη , Εσύ που γεννήθηκες από Παρθένο. Μη προσπεράσεις τα δάκρυά μου , (Εσύ) η χαρά των Αγγέλων, αλλά κάνε με δεκτή καθώς μετανόησα , έμένα που δεν απόδιωξες όταν αμάρταινα , Κύριε , με το μεγάλο έλεος.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Μεγάλη Τρίτη (26/04/'16)

Ὁ τῇ ψυχῆς ῥαθυμίᾳ νυστάξας, οὐ κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα τὴν ἐξ ἀρετῶν, καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ῥεμβόμενος, τὰ σπλάγχνα τῶν οἰκτιρμῶν σου, μὴ κλείσῃς μοι Δέσποτα, ἀλλ' ἐκτινάξας μου τὸν ζοφερὸν ὕπνον ἐξανάστησον, καὶ ταῖς φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, εἰς νυμφῶνα τὸν σόν, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων, καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε δόξα σοι.
Εγώ που νύσταξα από τεμπελιά , δεν έχω αναμμένη λαμπάδα των αρετών , Νυμφίε Χριστέ , και έγινα όμοιος με τις μωρές νεανίδες καθώς «χάζευα» κατά τον καιρό που έπρεπε να εργάζομαι. Μη μου κλείσεις τα σπλάχνα των οικτιρμών Σου (μη με απορρίψεις), αλλά διώχνοντάς μου με δύναμη τον σκοτεινότατο ύπνο βάλε με μέσα στο πανηγύρι του γάμου Σου μαζί με τις λογικές παρθένες , όπου (ακούγεται) καθαρή μουσική ανθρώπων που γιορτάζουν και ακατάπαυστα φωνάζουν: Δόξα σε Σένα, Κύριε.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Από το χθεσινό μας Κύκλο (24/04/2016)


            Ο Απόστολος κι Ευαγγελιστής Ιωάννης (8 Μαΐου) καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ήταν αγράμματος, άλλα από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του,  Ζεβεδαίος, είχε τράτες, όπου δουλεύανε πολλοί. Σ’ αυτές δουλεύανε και τα δυο του παιδιά, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης. Η μητέρα του Ιωάννη, η Σαλώμη, ήταν εξαδέλφη της Παναγίας, και γνωρίζουμε πως διακονούσε τον Χριστό, πηγαίνοντας πίσω του μ’ άλλες ευσεβείς γυναίκες.

Όταν ο Πρόδρομος άρχισε να κηρύττει στην έρημο του Ιορδάνη τον ερχομό του Χριστού, ο Ιωάννης με τον Ανδρέα, τον αδελφό του Πέτρου, που ήτανε κι αυτοί ψαράδες, πήγανε κοντά του κι έγιναν μαθητές του. Μια μέρα, λίγο καιρό μετά τη Βάπτιση, ο Πρόδρομος έδειξε σ’ αυτούς τον Ιησού,  κι είπε:
– Να ο αμνός του Θεού. Τότε εκείνοι σίμωσαν τον Χριστό και σαν Αυτός τούς είδε, ρώτησε:
-Τί ζητάτε;  -Ραββί (δηλ. Διδάσκαλε), πού μένεις; -Ελάτε να δείτε, αποκρίθηκε ο Χριστός.
Ήρθαν στο σπίτι που έμενε και καθίσανε ως το βράδυ, ακούοντας από το θεϊκό στόμα για πρώτη φορά τα λόγια της ζωής. Ύστερα από δυο μήνες, ο Υιός του Θεού κάλεσε κοντά του τον Ανδρέα και τον Πέτρο κι ευθύς κατόπιν τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Ανάμεσα στους Αποστόλους ο Ιωάννης ήτανε ο πιο νέος. Αφοσιώθηκε στον Ιησού μ’ ενθουσιασμό.
Είχε στην αρχή χαρακτήρα αψύ. Κάποτε, που ο Χριστός κι οι Απόστολοι βαδίζανε για τα Ιεροσόλυμα και δεν τους δεχθήκανε καλά σ’ ένα χωριό της Σαμάρειας, απ’ όπου είχανε περάσει, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης θυμώσανε και του είπανε να κάνει να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να κάψει τους αφιλόξενους εκείνους ανθρώπους. Ο Χριστός τότε τους μάλωσε, λέγοντας πως δεν ήξεραν σε τι πνεύμα υπηρετούσαν, δηλαδή της αγάπης και ανεξικακίας.
Άλλοτε πάλι, λίγο πριν από το θείο Πάθος, η Σαλώμη ζήτησε από τον Ιησού να βάλει τους γιούς της έναν στα δεξιά κι έναν στ’ αριστερά του, σαν θα ερχόταν στη Βασιλεία του. Μα ο Χριστός, καθώς ψάλλει ο υμνωδός της Εκκλησίας, αντί καθέδρας, χάρισε στον Ιωάννη το ίδιο του το στήθος. Και πραγματικά αυτός ήτανε «ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς». Κανένας από τους άλλους Αποστόλους δεν συνδέθηκε τόσο στενά με τον Κύριο.  Κάποιες ώρες που ο Υιός του Θεού χωρίζονταν από τους άλλους μαθητές για να προσευχηθεί μόνος με τον Πατέρα του, τον συντρόφευαν μονάχα τρεις· ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης.
Όταν πιάσανε τον Χριστό, μονάχα ο Ιωάννης κι ο Πέτρος τον ακολουθήσανε ως την αυλή του αρχιερέα Άννα. Εκεί ο Πέτρος δείλιασε και τον αρνήθηκε μπροστά στην παιδίσκη. Μα ο Ιωάννης έμεινε πιστός. Ήταν, βέβαια, γνωστός στο περιβάλλον του αρχιερέα, όπως αναφέρει το Ευαγγέλιο, μα ίσα – ίσα γι’ αυτόν το λόγο κινδύνευε να εκτεθεί περισσότερο γιατί μπορούσε να κινήσει εναντίον του την έχθρα. Κι όταν ο Χριστός υψώθηκε πάνω στο σταυρό, ο Ιωάννης μαζί με την Παναγία του παραστάθηκε τις τελευταίες στιγμές. Ο Ιησούς, λίγο πριν εκπνεύσει, του εμπιστεύθηκε τη μητέρα του. Στην Αποκαθήλωση βοήθησε κι αυτός τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο. Αλλά και μετά την Ανάσταση, σαν την ανάγγειλαν οι Μυροφόρες στους Αποστόλους, πρώτος αυτός έφτασε στον άδειο τάφο, τρέχοντας πιο γρήγορα από τον ηλικιωμένο Πέτρο.
Ο Χριστός είχε δώσει στον Ιάκωβο και τον Ιωάννη το παρανόμι «Βοανεργές» που  στα εβραϊκά σημαίνει «Υιοί Βροντής». Και πραγματικά, ο Ιωάννης στάθηκε αληθινή βροντή στο κήρυγμα του.                                                                                             >>>>>>>>>>
Στα 69 μ. Χ. έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και ήλθε στην Έφεσο. Μετά την ένδοξη μετάσταση της Θεομήτορος, ο Ιωάννης δεν είχε πια κανένα λόγο να μένει στα Ιεροσόλυμα. Στην Έφεσο που την είχε κάνει χριστιανική ο απόστολος Παύλος, κάθισε πολύ καιρό, στηρίζοντας με το λόγο του τα πρόβατα του Χριστού και διηγούμενος όσα θυμότανε από το Σωτήρα.

Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Δομιτιανός. Αυτός, ακούοντας πως ο Ιησούς θα βασίλευε στην οικουμένη, φαντάσθηκε, όπως άλλοτε ο Ηρώδης, πως θα ήταν ένας κοσμικός βασιλιάς,  έβαλε να βρούνε και να οδηγήσουν στη Ρώμη αλυσοδεμένους όλους τους συγγενείς του Χριστού. Τότε πιάσανε και τον Ιωάννη. Τον πήγανε στη Ρώμη κι αυτόν και μετά από μια σύντομη δίκη, τον καταδικάσανε σε θάνατο.
Πρώτα τον μαστίγωσαν, καθώς ήτανε συνήθεια, κι ύστερα τον ρίξανε μέσα σε ζεματιστό λάδι. Μα δεν έπαθε τίποτα. Ο δικαστής τον κράτησε αρκετό καιρό στη φυλακή, μην ξέροντας πως να συμπεριφερθεί. Στο μεταξύ όμως οι φόβοι του αυτοκράτορα λιγοστέψανε κι ο θυμός του μαλάκωσε. Έτσι μετατρέψανε την ποινή του Αποστόλου σε εξορία και τον στείλανε στην Πάτμο.
Εκεί, μια Κυριακή, οραματίστηκε το τέλος του κόσμου, που το περιέγραψε μέσα στην Αποκάλυψη. Είδε αυτή την οπτασία μέσα σε κάποια σπηλιά, όπου είχε αποτραβηχτεί, και που τη δείχνουν ακόμα και σήμερα. Την Αποκάλυψη την έγραψε ο μαθητής του Ιωάννη ο Πρόχορος, ακούοντας τον Απόστολο που βρισκότανε σε έκσταση.
Όταν πέθανε ο Δομιτιανός, τον διαδέχθηκε ο Νέρβας, που απελευθέρωσε τον Ιωάννη. Τότε ο Απόστολος γύρισε στην Έφεσο. Εκεί έγραψε το Ευαγγέλιο. Αιτία στάθηκε κάποιος Κήρινθος, που υποστήριζε πως ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Ο Ιωάννης τότε σύντριψε την κακοδοξία του   αιρετικού  αυτού με τ’ αστραπόβροντα του Ευαγγελίου του, όπου τονίζει με θεοκίνητη γλώσσα τη θεϊκή φύση του Χριστού.
Τα χρόνια διαβαίνανε στο μεταξύ. Υπέργηρος, δεν είχε τώρα άλλο κήρυγμα, παρά αυτά τα λόγια: «Τεκνία, ἀγαπᾶτε ὰλλήλους». Ακούγοντας να επαναλαμβάνει όλο την ίδια φράση, τον ρωτήσανε μια μέρα γιατί δεν έλεγε τίποτε άλλο:
-Αυτή είναι η μεγάλη εντολή του Κυρίου. Αυτή αρκεί.
Διηγούνται και το παρακάτω περιστατικό από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αποστόλου. Όταν είχε πρωτοπάει στην Έφεσο, ανάμεσα στους μαθητές του, ήτανε κι’ ένα μικρό παιδί, που ο Απόστολος Ιωάννης τ’ αγαπούσε πολύ και μ’ εξαιρετική φροντίδα καλλιεργούσε τη ψυχή του. Ο μικρός αυτός φάνταζε σαν άγγελος κι ήταν χάρμα αληθινό για τον Ιωάννη, που έβλεπε στο πρόσωπο του ένα διαλεχτό δημιούργημα της χάριτος, ένα αγνότατο λουλούδι του επίγειου παραδείσου, που είναι η Εκκλησία.
Γυρίζοντας από την εξορία, έμαθε πως το παιδί αυτό είχε πάρει τον κακό δρόμο κι είχε γίνει ένας τρομερός ληστής, που ρήμαζε τα πάντα γύρω, σκορπίζοντας  φόνο και αδικία. Ο Ιωάννης λυπήθηκε βαθιά, μα δεν απελπίστηκε. Καβαλίκεψε ένα μουλάρι, κι έψαξε τα βουνά, αναζητώντας το χαμένο πρόβατο σαν τον καλό Ποιμένα της παραβολής. Τέλος κατόρθωσε να συναντήσει το νέο. Εκείνος μόλις αντίκρισε τον ασπρομάλλη Απόστολο, έπεσε στα πόδια του μετανοιωμένος και κλαίοντας πικρά. Και τον ακολούθησε σαν αρνάκι.

Ο Ιωάννης προαισθάνθηκε το θάνατο, όταν έφτασε η στιγμή να φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο. Έβαλε και σκάψανε το λάκκο του, έστρωσε σ’ αυτόν τον μανδύα του, ξάπλωσε μέσα και σφάλισε τα μάτια, παραδίνοντας την αγιασμένη ψυχή του στον Χριστό.

Από το χθεσινό μας Κύκλο (24/04/2016)

“ΤΙ ΜΕ ΔΕΡΕΙΣ;”       (Ιωάν. ιη' 19-23)
Γιατί ο Κύριος δε στρέφει την άλλη πα­ρειά κατά το «ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Ματθ. ε' 39). Και ποιο το δικό μας χρέος σε παρόμοιες περιστάσεις;


 Η απορία αυτή δεν ακούγεται μόνο στην εποχή μας. Ακούσθηκε και ακούεται από πολύ παλιά. Με κίνητρα φυσικά ή την άγνοια ή τη σκοπιμότητα. Και η μεν άγνοια είναι απαλλαγμένη από το δόλο και έχει πολλά τα ελαφρυντικά υπέρ αυτής. Η σκοπιμότητα όμως είναι και διαστροφή και συκοφαντία. Την αυθεντική απάντηση μας τη δίνει το ίδιο το περιστατικό. Την επιβε­βαιώνουν όμως και οι Πατέρες και ερμηνευτές. Δεν απορρίπτει, δεν αποστρέφεται και το ράπισμα και της άλλης παρειάς. Είναι έτοιμος και διατεθειμένος να το δεχτεί. Όμως του ζητάει ειρηνικά και με πραότητα την αιτία του ραπίσματος. Κάτι περισσότερο, τη διερεύνηση και αποκάλυψη της αλήθειας. «Εἰ μὲν ἔχεις ἐπιλαβέσθαι τῶν εἰρημένων», σημειώνει ο Ιερός Χρυσόστομος. Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει: «Ἀπόδειξον τὸ κακῶς λαληθὲν, ἔλεγξον τὸν κακῶς λαλήσαντα». Και δώσε τη μαρτυρία σου με το νόμιμο τρόπο, για κάθε τι που έπραξα κακό. Δικαστήριο είναι εδώ και έχεις χρέος και δικαίωμα να καταθέσεις ως μάρτυρας κατηγορίας. Κανείς, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να δέρνει τον κατηγορούμενο. Η ειρηνική αυτή δια­μαρτυρία, δεν αντιτίθεται και δεν αντιφάσκει στο «στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην». Άλλωστε ο Μωσαϊκός νόμος απαγόρευε την κακοποίηση του κατηγορουμέ­νου. Τη διάταξη αυτή του νόμου, έπρεπε να γνώριζε ο Άννας. Είναι δε αδιανόητο και αντίθετο προς θεί­ους και ανθρώπινους νόμους, να κτυπά κανείς τον κατηγορούμενο μέσα στο δικαστήριο και ενώπιον των δικαστών, όταν μάλιστα ό κατηγορούμενος λέει την αλήθεια.
Άλλωστε σκοπός της εντολής εκείνης «στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην», ήταν και είναι, με την υποχώρη­ση και τη μακροθυμία να φυγαδεύεται η αντιδικία με όλες τις τρομερές επιπτώσεις της. Τέτοια πρόθεση αντιδικίας δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στον Κύ­ριο. Διότι, κατά τον ιερόν Αυγουστίνο, ο θυμωμένος, είτε από αδυναμία ή από θέση, μπορούσε να στρέψει και την άλλη παρειά. Και αυτό ίσως συμβαίνει πολλές φορές. Εσωτερικά όμως στην ψυχή του άνθρωπου αυτού, που δέχεται τα ραπίσματα, τί γίνεται; Καίγε­ται και βράζει από μίσος και εκδίκηση. Κατά το «οὐ σὺ μὲ λοιδορεῖς, ἀλλ' ὁ τόπος». Σημασία, λοιπόν, και βαρύτητα δεν έχει το αν δεν στρέψει κανείς και την άλλη παρειά, σαν εξωτερική εκδήλωση, αλλά πώς θα δεχθεί και πώς θα αντιμετωπίσει εσωτερικά, την διά του ραπίσματος ταπείνωση και τον εξευτελισμό. Και στο σημείο αυτό ο Χριστός «οὐκ ἡμύνατο τῷ ραπίσαντι» (Ζιγαβηνός), όχι μόνο δεν αμύνθηκε, αλλά «οὔτε παρωσάμενος οὔτε ἀποπηδήσας» (ούτε σκέφθηκε) να αμυνθεί και να το απωθήσει έργω και λόγω, ούτε και να πεταχτεί από τη θέση του, στην εξόχως ταπεινω­τική αυτή πράξη, που του επέβαλε ο δούλος! Αντίθε­τα, ήταν έτοιμος και πρόθυμος και άλλες πληγές και ταπεινώσεις να δεχθεί, όπως συνέβη στο Πραιτώριο με το φραγγέλιο, τις μαστιγώσεις, τους κολαφισμούς και το ατελείωτο εκείνο  εξευτελιστικό και εξαντλητικό μαρτύριο. 


Εάν τώρα διαμαρτυρήθηκε «τί με δέρεις;», αυτό το έκανε με πραότητα, με ηρεμία, για αποκατάσταση της αλήθειας. Και κάτι περισσότερο. Για ν' απορρίψει την κατηγορία της αυθάδειας, που του καταλόγισε ο δούλος. Εάν η απάντηση που έδωκα είναι αυθάδης, είναι κακή, είναι ψευδής, είναι προσβλητική, εάν περιέχει κάτι το επιλήψιμο, το κακό, πες το. Εάν κατά το διάστημα των τριών ετών της δημόσιας ζωής μου είπα και δίδαξα κάτι που αντιτίθεται στο θέλημα του Θεού, εάν κήρυξα κάτι, το ψευδές ή επιζήμιο προς το αληθινό συμφέρον του λαού, πες το. Αυτό σημαίνει το «εἰ κακῶς ἐλάλησα». Ποτέ δεν είναι κατακριτέα η διατύπωση, με πράο, με ειρηνικό τρόπο μιας διαμαρτυρίας για την αδικία που γίνεται εις βάρος μας, άλλο τώρα ποια είναι η εσωτερική μας διάθεση και από ποια κίνητρα και ελατήρια κι­νούμαστε.
Στο σημείο αυτό είναι έξοχη και αποστομω­τική η απάντηση, που δίνει ο ιερός Χρυσόστομος και ο Ζιγαβηνός. Ό πρώτος ρωτά: «Τὶ οὐν; Οὐ χρὴ ἡμᾶς ἀνθίστασθαι; Δεῖ μὲν, οὐ τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ». Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει: «οὐ θυμῷ σβέννυται θυμὸς ὥσπερ οὐδὲ πυρὶ πῦρ, ἀλλὰ ἐν τῷ μακροθυμεῖν τε καὶ ύπομένειν».
Πώς διαγράφεται το χρέος μας σε παρό­μοιες περιπτώσεις; Κατ' αρχήν, ποτέ δεν πρέπει να λαμβάνουμε τη θέση του αυστηρού δικαστή γιατί αδικηθήκαμε σ' αυτή ή σ' εκείνη την περίπτωση. Ποτέ δεν πρέπει ν' αφήνουμε να υποβόσκει μέσα μας το μίσος της εκδικήσεως για εκείνους, που ποικιλο­τρόπως μας έβλαψαν ή μας αδίκησαν. Ο Κύριος θα μπορούσε ν' απαντήσει στο ράπισμα του άνομου εκεί­νου δούλου μ' ένα θαύμα οργής και να ξαπλώσει στο έδαφος νεκρό, τον πονηρό εκείνον υπηρέτη. Αντίθετα, στην κρίσιμη και προκλητική εκείνη στιγμή δείχνει όλη τη μακροθυμία Του. Και αισθητοποιεί κατά ένα βαθύτατο και συγκλονιστικό τρόπο αυτό, που είχε διακηρύξει σ' άλλη περίπτωση: «μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια '29).
Όταν λοιπόν οι άλλοι μιλούν με τρόπο δη­κτικό και προσβλητικό και τα καυστικά τους λόγια, σαν πυρακτωμένο σίδερο διατρυπούν την καρδιά σου, συγκράτησε τον εαυτό σου. Κλείσε το στόμα σου. Ηρέμησε την ταραγμένη ψυχή σου. Ποτέ λάδι στη φωτιά. Ένα είναι το χρέος μας στην κρίσιμη αυτή στιγμή. Να στρέφουμε νου και καρδιά στον πράο και ανεξίκακο Λυτρωτή μας. Και να του ζητή­σουμε χάρη και δύναμη για να δεχθούμε με ηρεμία την προσβολή. Ν' απαντήσουμε με πραότητα στις προκλήσεις του πονηρού, που χρησιμοποιεί, σαν όργανο του, τον εξοργισμένο αδελφό μας. Αυτόν που μας προσβάλλει και μας ταπεινώνει. Η αντιδικία, οι φωνές και οι απειλές επιδεινώνουν την κατάστα­ση με τρομερές συνέπειες. Άλλα και όταν πρόσωπα αγαπητά, που ποικιλοτρόπως έχουμε ευεργετήσει και είμαστε έτοιμοι να υποβληθούμε και σε μεγαλύ­τερες θυσίες γι' αυτά, όταν μας δείχνουν όλη τους την αχαριστία και την αυθάδεια, το χρέος μας είναι ένα: Όχι εκνευρισμός και ταραχή, άλλα πραότητα και ανεξικακία.
Κι όταν μας διαβάλλουν, μας συ­κοφαντούν, υπονομεύουν τη θέση μας ή και σηκώνουν βέβηλο χέρι εναντίον μας, το χρέος μας είναι να πνίξουμε την αγανάκτη­ση μας. Και ειρηνικά να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας. Ποτέ εκδίκηση. Ποτέ μη ζητήσουμε να λάβουμε το δίκιο μας με τα χέρια μας. Ένας πρέπει να είναι ο στόχος μας όταν αδικούμαστε και βριζόμαστε: Η πραότητα. Η ψυχραιμία μας, η εσωτερική καθαρότητα από το μικρόβιο του μίσους και της εκδικήσεως, με σύνθημα μας:
«Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;»