Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ


Αγαπητοί φίλοι, 

   Η καινούργια χρονιά ξεκινάει με την καθιερωμένη ετήσια συνάντησή μας στην όμορφη Κατασκήνωση. Εκεί θα βρεθούμε οικογενειακά για αναστροφή και ανατροφοδότηση, ώστε να ξεκινήσουμε με αναπτερωμένο το ηθικό και ανανεωμένη τη διάθεση τον καλόν αγώνα!!
  Σας παρακαλώ,  αποφασίστε και ενημερώστε γρήγορα, ώστε να προγραμματίσει η τροφοδοσία τα απαραίτητα και να μη μείνει κανείς παραπονεμένος!!!

Καλή χρονιά, καλή δύναμη, ψηλά το κεφάλι!!!

Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΚΥΚΛΟ (21/05/2017)

 «..Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι, που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά, θα μπαίνουν σε λιμένες πρωτοειδωμένους…» (Καβάφης)
  ΚΑΛΟ  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ !!!   (Θα τα ξαναπούμε, πρώτα ο Θεός, 22/10/’17)

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΚΥΚΛΟ (21/05/2017)

Ο Άγιος Κωνσταντίνος (Brâncoveanu) και η συνοδεία του (21 Μαΐου) 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1654 μ.Χ., στο χωριό Μπρινκοβάνι της Ρουμανίας  (κοντά στην Κραϊόβα) και διετέλεσε πρίγκιπας της Βλαχίας κατά τα έτη 1688 - 1714 μ.Χ. Από την ηλικία του ενός έτους έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος φονεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1655 μ.Χ. σε μία εξέγερση του λαού εναντίον του τότε ηγεμόνος. Τον ανέθρεψαν η μητέρα του και οι παππούδες του Πάουνα και Κωνσταντίνος Καντακουζηνός, στην πατρική του οικία, στο Βουκουρέστι. Σπούδασε την ελληνική και λατινική γλώσσα. Μετά τον θάνατο των δύο αδελφών του έμεινε κληρονόμος όλης της περιουσίας του πατέρα του και νυμφεύθηκε τη Μαρίκα, ανιψιά του Αντωνίου Βόδα από το Ποπέστ. Το 1678 μ.Χ., όταν ο θείος του Σερμπάνος Καντακουζηνός έγινε ηγεμόνας, βοήθησε τον Κωνσταντίνο να φθάσει στα υψηλότερα αξιώματα.
Επωφελούμενος στην αρχή της ηγεμονίας του από την ειρήνη στην χώρα, έβαλε τα θεμέλια για την ίδρυση της μονής Χουρέζ (Mănăstirea Hurezi), όπου κατασκεύασε την οικογενειακή κατοικία του και το παρεκκλήσιό του. Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και πιέσθηκε από τους Τούρκους να πληρώνει μεγαλύτερο φόρο. Παρ' όλα αυτά εργάσθηκε σκληρά για την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της Βλαχίας. Το 1709 μ.Χ. συμμάχησε με τον τσάρο Πέτρο Α' της Ρωσίας (1672 - 1725 μ.Χ.) ενάντια στους Τούρκους και τον σουλτάνο Αχμέντ Γ' (1673 - 1736 μ.Χ.). Επειδή αρνήθηκε να ασπασθεί τη μουσουλμανική πίστη, κατηγορήθηκε για προδοσία, συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1715 μ.Χ.
Σύμφωνα με ένα Χρονικό στις 24 Μαρτίου 1714 μ.Χ., τη Μεγάλη Τρίτη, ήλθε στο Βουκουρέστι ο Μουσταφά Αγάς, ο οποίος τον συνέλαβε μαζί με τα τέσσερα παιδιά του, όλους τους γαμπρούς του, τη μεγαλύτερη νύμφη του, τον εγγονό του Κωνσταντίνο και το θησαυροφύλακα Γιαννάκη (Ianache) Βακαρέσκου. Μετά από πικρό ταξίδι τριών εβδομάδων, έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου βασανίσθηκαν σκληρά. Καταδικάσθηκαν σε θάνατο στις 15 Αυγούστου 1714 μ.Χ., την ημέρα Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Mε τα πρώτα κτυπήματα του ξίφους έπεσε κάτω η κεφαλή του θησαυροφύλακα Γιαννάκη Βασαρέσκου, κατόπιν του μεγαλύτερου υιού του (Κωνσταντίνος, επίσης) και ακολούθησαν των άλλων τριών, του Στεφάνου, του Ράδου και του Ματθαίου. Tα ιερά λείψανά τους τα έριξαν στα νερά του Βοσπόρου, ενώ τις τίμιες κεφαλές τους τις κάρφωσαν σε κοντάρια, τις περιέφεραν στις οδούς της Πόλεως, και, τέλος τις τοποθέτησαν στην πρώτη πόρτα του Σεραγίου, όπου έμειναν τρείς ημέρες και, κατόπιν τις έριξαν και αυτές στη θάλασσα. Mε προτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου πήγαν κρυφά ευσεβείς Χριστιανοί και, αφού τις έβγαλαν έξω από την θάλασσα και τις ενταφίασαν μυστικά στη νήσο Χάλκη, έξω από την εκκλησία της μονής της Θεοτόκου, την οποία είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε' ο Παλαιολόγος (1341 - 1391 μ.Χ.).

Τα ιερά λείψανα του Μάρτυρα Κωνσταντίνου και των θείων του μετακομίσθηκαν μυστικά στη Ρουμανία από τη σύζυγό του Μαρίκα το 1720 μ.Χ., τον καιρό της ηγεμονίας του Νικολάου Μαυροκορδάτου και τοποθετήθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Νέου.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΚΥΚΛΟ (21/05/2017)

 «…ἔπειθέ τε Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας.» (Πραξ. ιη’ 4-6 )
Σκοπός του Παύλου ήταν βέβαια το κήρυγμα του Χρι­στού. Γι' αυτό πήγαινε στη συναγωγή διότι ήθελε από τους συμπατριώτες του ν’ αρχίσει το κήρυγμα. Μολονότι  είχε πικρή πείρα από τη συμπεριφορά τους σε άλλες πόλεις, εντούτοις αποτείνεται κι εδώ σ' αυτούς πρώτα. Και άρχισε διαφωτιστικές συνομιλίες μ’ αυτούς, «διελέγετο δὲ ἐν τῇ συναγωγῇ κατὰ πᾶν σάββατον». Συζητούσε και συνομιλούσε για τις προφητείες και για τον Σωτήρα, που περίμεναν, για το Χριστό, που ήρθε να σώσει τους Εβραίους και όλο τον κόσμο. Στην αρχή άκουγαν τον περίεργο αυτό ραβίνο, που ήξερε τόσο καλά την Παλαιά Διαθήκη, αλλά έλεγε και κάτι εντελώς νέα γι' αυτούς πράγματα. Και να μερικοί Εβραίοι, εύρι­σκαν πολύ ενδιαφέροντα και πειστικά τα λόγια του Απο­στόλου. Η πίστη άρχισε να φυτρώνει στην καρδιά τους. Είχε σημάνει γι’ αυτούς η ώρα της Χάριτος. Μαζί μ’ αυ­τούς και μερικοί Έλληνες, που ζητούσαν την αλήθεια, έδωσαν πολύ μεγάλη προσοχή στα λόγια του. Και έτσι ο Παύλος «ἔπειθέ τε Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας».
Αλλά η μεγάλη μάζα των Εβραίων άκουγαν με μεγάλη δυσπιστία το νέο κήρυγμα. Όσο οι ήμερες περνούσαν, τόσο η δυσπιστία μεγάλωνε, και ξέσπασε σε βρισιές και βλαστήμιες εναντίον του Χριστού, φοβερό πράγμα! Στα φλογερά και γεμάτα ζωή κηρύγματα του Παύλου απαντούσαν με υβρεολόγιο. Έτσι συμβαίνει με όλους όσοι δεν θέλουν να πιστέψουν. Επειδή δεν βρίσκουν κανένα σοβαρό επιχείρημα να αντιτάξουν στα χριστιανικά διδάγματα, ξεσπούν σε ανόητες κατηγορίες και χυδαίες βρισιές εναντίον αυτών και των εργατών του Ευαγγελίου.
Τότε ο Παύλος, «ἀντιτασσομένων δὲ αὐτῶν καὶ βλασφημούντων ἐκτιναξάμενος τὰ ἱμάτια εἶπε πρὸς αὐτούς· Τὸ αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν· καθαρὸς ἐγώ·». Τίναξε τα ρούχα του, για να δείξει ότι δεν έχει καμιά σχέση με την απιστία και να φανερώσει τη μεγάλη του αποδοκιμασία. Τους είπε με επίσημο και έντονο ύφος: «Εγώ έκανα το καθήκον μου. Εί­μαι καθαρός απέναντι σας και απέναντι του Θεού. Η απι­στία βαρύνει εσάς και μόνον. Το αίμα σας επάνω στα κεφάλια σας. Για την καταστροφή σας, εσείς θα είστε υπεύθυνοι».
Φοβερά πράγματι λόγια. Θέλει βέβαια ο Θεός να σωθούν όλοι οι άνθρωποι. Τους φέρνει περιστάσεις να γνωρίσουν την αλήθεια. Με χίλιους δυο τρόπους προσπαθεί να τους οδηγήσει στον δρόμο της σωτηρίας. Κι όταν ακόμη οι άν­θρωποι, σκοτισμένοι από την αμαρτία, επιμένουν στην α­πιστία, επιμένει κι ο Θεός να τους φωτίσει με τη Χάρη Του, να τους φέρει σε Θεογνωσία, να τους οδηγήσει στην πίστη και στη μετάνοια. Αλλά όταν αυτοί με πείσμα απο­κρούουν τη Χάρη του Θεού, όταν επιμένουν στην απιστία και ξεσπούν σε γογγυσμούς εναντίον του Θεού, τότε πια τους εγκαταλείπει ο Θεός, τους αφήνει η Θεία Αγάπη, για να τους περιλάβει η Θεία Δικαιοσύνη. Και είναι πράγματι φοβερό να πέσει κανείς στην οργή του Θεού. Η ζωή του άνθρωπου θα είναι τότε γεμάτη πίκρες και θλίψεις. Θα είναι δυστυχισμένος μέ­σα στα αγαθά του. Η ζωή  γίνεται κόλαση, πριν πάει στην κόλαση. Διότι όπου δεν υπάρχει ο Θεός, εκεί υπάρχει η κόλαση, όπως ακριβώς, όπου δεν υπάρχει φως, κυριαρχεί το σκοτάδι. Ζει ο άνθρωπος τότε μέσα σε συγκρούσεις και αν­τινομίες. Χάνει την ειρήνη της ψυχής, την ορθοφροσύνη του λογικού του, την ευαισθησία της καρδιάς του, την ησυχία του, τον ύπνο του. Συγκλονίζεται από τις τύψεις της συν­ειδήσεως, κυριαρχείται από το αίσθημα της ενοχής και του φόβου.

Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται προσοχή, μεγάλη και συνε­χής προσοχή, για να μην ξεκόψουμε από το δρόμο της σω­τηρίας. Τα τρομερά παθήματα των σκληρόκαρδων ανθρώπων, που έχουν ξεπέσει, πρέπει να είναι ζωντανά μαθήματα στους πιστούς όλων των αιώνων. Προσοχή, και πάλι προσοχή, μήπως και εμείς ακούσουμε τα φο­βερά λόγια, «τὸ αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν»!  Το αί­μα του Κυρίου πρέπει να μάς γίνει σωτηρία και ζωή.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΚΥΚΛΟ (21/05/2017)

ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ, ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ (Πραξ. ιη’ 1-3 )

            Από την Αθήνα της σοφίας, πήγε ο Παύ­λος στην Κόρινθο του πλούτου. Η εργασία του στην Αθή­να δεν έφερε πολλά αποτελέσματα. Η ιδέα, των Αθηναίων για τον εαυτό τους και την καταγωγή τους, εμπόδισαν το Ευαγγέλιο να καρποφορήσει. Όπου υπάρχει εγωι­σμός, πολύ δύσκολα και γίνεται δεκτό το Ευαγγέ­λιο και η Θεία Χάρη. Έτσι ο Παύλος πήρε τον Τι­μόθεο και το Σίλα και ξεκίνησαν για την Κόρινθο. Θα γίνει δεκτό εδώ το Ευαγγέλιο; Μήπως ο πλούτος και η διαφθορά κλείσουν τις καρδιές στα λό­για του;
Η αλήθεια είναι ότι η Κόρινθος την εποχή εκείνη ήταν πολύ πλούσια, αλλά και πολύ αμαρτωλή πόλη. Χιλιάδες κάτοικοι και δούλοι ζούσαν εκεί. Χιλιάδες δε έμποροι, στρατιωτικοί και ταξιδιώτες πηγαινοέρχονταν. Στα δύο λιμάνια, σα δελφίνια έρχονταν τα καράβια με εμπορεύματα και επιβάτες. Ονομαστά είχαν γίνει τα κέντρα διασκε­δάσεων και οι ειδωλολατρικοί ναοί της με τα πολυάριθμα αγάλματα. Και η διαφθορά είχε διαδοθεί από τους πλουσίους ως τους πτωχούς, από τους μεγάλους ως τους μικρούς. Και ο Παύλος θα σκεπτόταν: «Τί θα κάνω εκεί;» Αλλά η φωνή του Πνεύμα­τος τού έλεγε: «Πήγαινε και μη δειλιάζεις.» Βέβαια στην αρχή δεν έμεινε ικανοποιημένος. Πέρασαν εβδομάδες και το κή­ρυγμα του Ευαγγελίου φαινόταν ότι έπεφτε σε ξερή, άγο­νη γη. Δεν συγκινούσε τα πλήθη στη μετάνοια. Οι αγαπητοί συνεργάτες του, ο Τι­μόθεος και ο Σίλας, πήγαν στη Θεσσαλονίκη, για να στηρίξουν στην πίστη τους εκεί Χριστιανούς.

Στην Κόρινθο έμενε ο Ακύλας και η σύζυγος του, Πρίσκιλλα. Ήταν Εβραίοι διωγμένοι από τη Ρώμη, σκηνοποιοί, συντεχνίτες του Παύλου. Το Πνεύμα του Θεού τον οδήγησε στο εργαστήριο του Ακύλα και της Πρίσκιλλας. Εκείνοι έδωσαν  δουλειά στον Παύλο, αυτός τους μετέδωσε την νέα πίστη και τη σωτηρία.  Το θεωρούσε καθήκον ο Παύλος να εργάζεται με τα χέρια του. Οι άνθρωποι θεωρού­σαν ταπεινωτική τη δουλειά, προορισμένη κυρίως για τους δούλους. Ο Κύριος δούλευε και οι Απόστολοι ήσαν ψαρά­δες. Η δουλειά είναι καθήκον και ευλο­γία από το Θεό. Και ο Παύλος με το παράδειγμα του ήθε­λε να διδάξει ότι πλούσιοι και φτωχοί πρέπει να εργάζονται. Σε μια επιστολή του έγραφε μετα­ξύ άλλων «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Β’ Θεσσαλ. γ’ 10). 
Ο Παύλος, όμως, δούλευε και για έναν άλλο λόγο. Ευ­γενής και προσεκτικός, καθώς ήταν, δεν ήθελε να επιβαρύνει κανέναν με τη συντήρησή του. Αυτός κουραζόταν μέρα-νύχτα να τους διδάξει την πίστη, ήταν σπουδαίο να τον συντηρούν οι μαθητές; Είχαν καθήκον να τρέφουν τον Απόστολο. Εκεί­νος όμως δεν ήθελε να επιβαρύνει κανένα. Ήταν και έμεινε αξιοπρεπής Είχε το θάρρος να γράφει: «Ποτέ δεν φάγαμε δωρεάν τον άρτο κανενός. Αλλά νύχτα και μέρα με κόπο και μόχθο εργαζόμαστε, για να μην επιβαρύνουμε κανένα. Και αυτό, λέγει, το κάναμε, για να δώσουμε τύπο και πα­ράδειγμα σε σας τους   Χριστιανούς, ώστε να  μας μιμηθείτε».