Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ (10/02) Δ'


4. Συμφέρουσα συναλλαγή.
Εν τούτοις ο «σκληροτράχηλος» άνθρωπος επιμένει στις δυσκολίες προκειμένου να συγχωρήσει. Γι' αυτό και o καρδιογνώστης Κύριος επανέρχεται στο σπουδαίο περί ανεξικακίας θέμα, θετικά και αρνητικά, στους στίχους 14 και 15. Και σ' άλλη περίπτωση μας ειδοποίησε ότι τα δώρα, πού προσφέρουμε στο θυσιαστήριο δεν γίνονται δεκτά από τον Θεό, αν δεν υπάρχει στην καρδιά αδελφική διάθεση προς όλους (Ματθ. ε' 23, 24). Άλλα και ιδιαίτερη παραβολή μας δίδαξε, με το ίδιο σαφές μήνυμα (Ματθ. ιη' 23-35). Ο Θεός ανακαλεί την συγχώρηση, πού έδωσε στον εξομολογηθέντα, αν αυτός αρνείται να  συγχωρήσει κάποιον συνάνθρωπό του!
Με πόση χαρά θα άκουγε ένας ισοβίτης κατάδικος τη βεβαίωση, ότι μπορεί να αφεθεί τελείως ελεύθερος, υπό τον όρο ότι θα χαρίσει κι αυτός μερικές δραχμούλες, που του χρωστάει κάποιος συνάνθρωπος του! Μα, χρειάζεται συζήτηση; Βεβαίως θα χαρίσει το μικρό χρέος έναντι της δικής του αθωωτικής αποφάσεως! Υπάρχει περίπτωση ν' αρνηθεί; Όχι απλώς συγκατατίθεται, αλλά αποδέχεται τη συμφέρουσα αυτή συναλλαγή με πολλή χαρά κι ευγνωμοσύνη!
Το ίδιο θα περίμενε ο Κύριος και από μας. Με προθυμία και ευγνώμονα διάθεση, χωρίς  συζήτηση, να σπεύδουμε να συγχωρούμε τα λάθη των άλλων απέναντι μας, οσαδήποτε κι αν είναι, εφ' όσον ο Πατέρας μας ο ουράνιος συγχωρεί τα δικά μας, τα ασυγκρίτως  βαρύτερα και άξια να μας καταδικάσουν στον αιώνιο θάνατο.
Άλλα και η συγχώρηση πού ζητάω εγώ, ο άνθρωπος, από τον Θεό, δεν είναι της ιδίας τάξεως με αυτήν πού καλούμαι να δώσω. Εξηγεί ο Χρυσορρήμων: «Σύ μεν γαρ δεόμενος αφίης ο δε Θεός μηδενός χρείαν έχων, συ τω ομοδούλω, ο δε Θεός τω δούλω· συ υπεύθυνος ων μυρίοις κακοίς, ο δε Θεός αναμάρτητος ών...». Η δική σου, και η δική μου, συγγνώμη δεν είναι ίση με του Θεού. Συ, ο άνθρωπος, συγχωρείς επειδή και συ έχεις ανάγκη των συνανθρώπων σου, ο Θεός όμως συγχωρεί χωρίς να έχει ανάγκη κανενός. Συ, συγχωρείς τον όμοιό σου σύνδουλο, ο δε Θεός συγχωρεί τον δούλο Του. Συ συγχωρείς ενώ είσαι υπεύθυνος για αναρίθμητα  αμαρτήματα, ο Θεός συγχωρεί αν και είναι αναμάρτητος...
Δεν υπάρχει κοινό μέτρο συγκρίσεως ανάμεσα στην άπειρη γενναιοδωρία του Θεού  και στη δική μας ατελή και περιορισμένη συγγνώμη, πού προσφέρουμε!
Κάποιος εφημέριος παραπονούνταν σ' ένα συνάδελφο του, ότι οι ενορίτες του δεν του φέρονταν καλά.
-Σε έφτυσαν ποτέ στο πρόσωπο; τον ρώτησε  εκείνος. -Όχι δα, δεν έφθασαν ως εκεί.
-Σε μπάτσισε κανείς; -Ποτέ!
-Μήπως σου φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι;
Στην τελευταία ερώτηση, κατάλαβε ο παραπονούμενος κληρικός. Έσκυψε το κεφάλι, ενώ ο άλλος προσέθε­σε:
 Κύριος σου και  Κύριος μου, όμως, τα υπέστη όλα αυτά. Και όχι μόνον δεν άνοιξε το στόμα του να παραπονεθεί, άλλα ευεργετούσε και συγχωρούσε όλους!
Αλλά για τον πιστό πού αντιστέκεται ακόμα, ο Ι. Χρυσόστομος συνεχίζει τα επιχειρήματα του: «Ποιος  κόπος υπάρχει για να  συγχωρήσεις αυτόν πού σε λύπησε; Κόπος είναι να μη συγχωρείς, άλλα να διατηρείς την έχθρα. Διότι το να απαλλαγής από τον θυμό και άνεση ψυχική πολλή προσφέρει και πολύ εύκολο είναι για όποιον το επιθυμεί. Διότι ούτε πέλαγος χρειάζεται να διαπλεύσεις, ούτε μάκρυνα ταξίδια να πραγματοποιήσεις, ούτε να περάσεις βουνοκορφές, ούτε χρήματα να ξοδέ­ψεις, ούτε το σώμα να κουράσεις, αλλά φθάνει να θελήσεις μόνον και όλα τα αμαρτήματα σου συγχωρούνται...».
Ντρέπεσαι ν' απλώσεις πρώτος το χέρι της συμφιλιώσεως; Μα, ζημιά σου και ντροπή σου είναι αν πρώτος ο άλλος σε προλάβει... Τότε είναι δικό του το κατόρθωμα, δικός του ο μισθός.
Και, ο εμπνευσμένος ρήτορας της Εκκλησίας μας καταλήγει συμπερασματικά: «Αυτά σκεπτόμενοι, λοιπόν, ας  αποβάλουμε το δηλητήριο, ας  παύσουμε τις έχθρες και ας προσευχώμεθα, όπως μας αρμόζει, έχοντες την ημερότητα των αγγέλων αντί της θηριωδίας των δαιμό­νων. Και δι' όσας αδικίας έχομε υποστεί, ας σκεφθώμεν τα δικά μας αμαρτήματα, και την αμοιβή που υπάρχει στην τήρηση αυτής της εντολής, και ας  μαλακώσουμε την οργή μας, ας κατασιγάσομε τα κύματα, ώστε να  περάσουμε χωρίς ταραχή και τον παρόντα βίο, και όταν μεταβώμεν εκεί, να συναντήσωμεν εξίσου επιεική τον Κύριο, όπως εμείς είμαστε προς τους συνδούλους μας».   Συνεχίζεται

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ (10/02) Γ'


3. «Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Ζούμε ανάμεσα σε συνανθρώπους. Είναι οι άνθρωποι της οικογένειας μας, της γειτονιάς μας, του επαγγελμα­τικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος μας. Είναι οι γνωστοί και οι άγνωστοι, πού συναντάμε στα μέσα συγ­κοινωνίας, στα κέντρα ψυχαγωγίας, στην αγορά, στους δρόμους... Επιρρεπείς καθώς είμαστε στη διεκδίκηση δικαιωμάτων, εγωκεντρικοί και φίλαυτοι, συχνά ερχόμαστε σε συγκρούσεις και έτσι δημιουργούνται και μεταξύ των ανθρώπων «οφειλέτες» και «οφειλήματα». Σ' όλους, τους οπωσδήποτε και από οποιαδήποτε θέση ή απόσταση γί­νονται οφειλέτες μας, χρωστάμε την συγγνώμη μας και την αγάπη μας. Και το υποσχόμαστε καθημερινά.
«Άφες ημίν... ως και ημείς», ακούεις τι λέγεις, όταν προσεύχεσαι» ρωτάει τον καθένα μας ο Ν. Θεοτόκης. «Συμφωνίαν ποιείς μετά του Θεού, προβάλλων το ίδιον σου παράδειγμα, Συγχώρησέ με, Πάτερ, καθώς και εγώ συγχωρώ, λέγεις». Και συνεχίζει ο σοφός εκκλησιαστικός πατέρας. «Αδελφοί μου μη πλανάσθε. Ενόσω δεν συγ­χωρείτε τα σφάλματα των αδελφών σας, μη εκφωνήσετε ποτέ την δεσποτικήν προσευχήν, διότι γίνεσθε αύτοκατάκριτοί  μην ελπίσητέ ποτέ άφεσιν αμαρτιών. Ενόσω δεν συγχωρείτε των ανθρώπων τα παραπτώματα «ουδέ ό Πατήρ υμών αφήση τα παραπτώματα υμών». Το στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα...».

-Δυσκολεύομαι, πάτερ, να συγχωρήσω. Εξομολογεί­ται ο πιστός στον πνευματικό του. Μου είναι σχεδόν αδύνατον!
Ο συνετός πνευματικός σηκώνεται.
-Έλα, παιδί μου, να κάνομε μαζί μια προσευχή. Ας πούμε κι οι δυο το «Πάτερ ημών».
Αλλά όταν έφτασε στο «ως και ημείς αφίεμεν τοις όφειλέταις ημών» ο πνευματικός σώπασε και μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του ναού, ακούστηκε καθαρά η φωνή του πιστού, που ζητάει από τον Θεό άφεση αμαρτιών, όπως κι αυτός, βεβαιώνει, ότι χαρίζει απλόχερα την συγγνώμη του σε όσους του έφταιξαν. Σταματάει συγκλονισμένος. Καταλαβαίνει το βάρος της αιτή­σεως και της υποσχέσεως μαζί. Και μετανοιωμένος για την προηγούμενη σκληρή στάση του, υπόσχεται ότι είναι αποφασισμένος να κάνει πράξη την ομολογία αυτή της καθημερινής προσευχής του.
«Ως και ημείς αφίεμεν...».
«Αφήνω», συγχωρώ τα παραπτώματα των άλλων, σημαίνει: εξαλείφω ή τουλάχιστον προσπαθώ να εξαλεί­ψω, κάθε πικρία και μνησικακία για κάποιο κακό, προσβο­λή, αδικία υλική ή ηθική, που μου έκαναν, παραιτούμαι από κάθε σκέψη εκδικήσεως ή απαίτηση επανορθώσεως - κι ακόμα, προσπαθώ να αγαπήσω αυτόν ή αυτούς, που με πίκραναν και να διατηρώ απέναντι τους αισθήματα αδελφικά, χωρίς επιφυλάξεις και αποστάσεις. Συγχωρώ, τέλος, σημαίνει, ότι δέχομαι τον άλλον όπως δέχεται εμένα ό Χριστός. Προκειμένου δηλαδή να συγχωρήσω δεν περιμένω πρώτα να αλλάξει ο άλλος συμπεριφορά. Μάλ­λον η αγάπη και η συγγνώμη θα τον βοηθήσουν να διορθωθεί, παρά οποιαδήποτε άλλη στάση.
Και δεν ζητάει την επανασύνδεση ο Κύριος μόνον με τους οικείους και τους φίλους. Αλλά και μ' εκείνους, που είναι δεδηλωμένοι εχθροί μας. Μ αυτούς, που υπονο­μεύουν, τυχόν, συστηματικά την επιτυχία μας, την πρόο­δο μας... Κυρίως μ' αυτούς.
Στη μικρή κοινωνία των ανθρώπων του σπιτιού μας, η καρδιά μας, ίσως, είναι έτοιμη, με τη φυσική αγάπη, που διαθέτει, να καλύψει τις αποστάσεις, που δημιουργούν τα λάθη των άλλων απέναντι μας. Για κείνους, όμως, που κινούνται στον ευρύτερο επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο, τα φταιξίματα όλων αυτών, πολύ πιο δύσκολα ξεχνιούνται ή αμνηστεύονται. Γι' αυτούς δεν περισσεύει εύκολα ένας λόγος φιλικός, αδελφικός, συγ­γνώμης και καλοσύνης.
Αλλά η καρδιά του πιστού πρέπει να κρατάει «ανοιχ­τή γραμμή» προς όλους, εγγύς και μακράν, φίλους και εχθρούς. «Ουδέποτε εκοιμήθην έχων κατά τίνος· ουδέ αφήκά τίνα κοιμηθήναι έχοντα κατ' εμού, κατά την δύναμίν μου» βεβαιώνει μια αγία ψυχή. Είναι μια στάση απολύτως σύμφωνη με τη χριστιανική σκέψη και θεώρησι.
«Ως και ημείς αφίεμεν...».
Καλώ τον Θεό να γίνει μιμητής μου; απορεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και σχολιάζει: «Αντιμεθίσταται η τά­ξις, ώστε τολμήσαι... ίνα είπης και συ τω Θεώ, ότι ο εγώ πεποίηκα, ποίησον, μίμησαι τον δούλόν σου, ο Κύριος... αφήκα τα οφειλήματα, μηδέ συ απώση τον ικετεύοντα...». Αντιστρέφεται η τάξη, ώστε να αποτολμήσεις και συ να πεις στο Θεό... ότι έκανα εγώ, αυτό κάνε και Συ. Μιμήσου τον δούλο Σου, Συ ο Κύριος... Συγχώρησα εγώ τα αμαρτήματα. Και Συ μην αποδιώξεις εκείνον πού Σε ικετεύει...
Ο Κύριος χρησιμοποιεί την φαινομενικά περίεργη αυτή διατύπωση «συναλλαγής» για να μάθεις, εξηγεί ό ι. Χρυσόστομος, ότι συ ορίζεις το μέτρο της αφέσεως.
«...Κύριοι της κρίσεως της περί ημών ημείς... Και ως αυτός εδίκασας σαυτώ, φησίν, ούτως σοι δικάζω κάγώ. Καν αφής τω συνδούλω, και παρ' έμού της αυτής τεύξη χάριτος». Εμείς είμαστε κύριοι της αποφάσεως του Θεού για μας... Και όπως δίκασες, εσύ, λέει ο Θεός, έτσι θα δικάζω και Εγώ. Και αν συγχωρήσεις τον σύνδουλό σου, θα βρεις την ίδια χάρη και από Εμένα...
Με το ίδιο πνεύμα γράφει και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Αυτός γενού σεαυτώ δικαστής· δός σεαυτώ την σώζουσαν ψήφον αφεθήναί σοι ζητείς παρά του Θεού τα οφειλήματα; συ άφες, και ο Θεός εψήφισεν...». Συ ο ίδιος γίνε κριτής του εαυτού σου· βγάλε για τον εαυτό σου αθωωτική απόφαση. Ζητάς από το Θεό να σου συγχωρηθούν τα αμαρτήματα; Συγχώρησε συ και ό Θεός επιδοκιμάζει...
«Ως και ημείς...».
Η συγχώρηση βέβαια μας παρέχεται δυνάμει της Θυσίας του Κυρίου. Και έχει την πηγή της στην άπειρη αγάπη του Θεού (Ιωάν. γ' 16) και όχι στη δική μας ανεξικακία. Αλλά μια προϋπόθεση να την οικειωθούμε, να γίνει η λύτρωση προσωπικό μας γεγονός, είναι η δική μας συγχωρητικότητα. Ο Κύριος απερίφραστα διατυ­πώνει αυτή την αλήθεια, ότι η συγγνώμη πού δίνομε παραμερίζει ένα σοβαρό εμπόδιο προκειμένου να φθάσει και στη δική μας ψυχή η χάρη της λυτρώσεως.
α) Διότι η φιλάδελφη και ανεξίκακη διάθεση δείχνει την πραγματική μετάνοια. Όταν ο άνθρωπος έχει βαθιά συναισθανθεί την αμαρτωλότητά του και συγκλονισθεί από την αγάπη του Θεού, που του παρέχει την δωρεάν της αφέσεως, είναι αδύνατον να μην είναι ο ίδιος συγχωρητικός και ανεξίκακος. Αντίθετα, ο μνησίκακος δεί­χνει, ότι δεν μετανόησε ποτέ αληθινά.
β) Η άρνηση της συγγνώμης προδίδει όγκο εγωι­σμού κακοήθη. Και πώς μπορεί ο δίκαιος και όλος αγάπη Θεός, που επιβλέπει στους «ταπεινούς τη καρδία» να διατεθεί ευμενώς σε μια τέτοια ψυχική κατάσταση; «Τις γαρ κοινωνία φιλανθρωπία και ωμότητι και αγαπητική διαθέσει προς αγριότητα;» ρωτάει πάλι ο βαθυστόχα­στος ιεράρχης της Νύσσης. Και προσθέτει: Δια τούτο «άπρακτος εστίν η τοιαύτη φωνή». Ποια σχέση μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στη φιλανθρωπία και στη σκληρότη­τα; στην αγάπη και στην αγριότητα; Γι' αυτό, όσο κι αν παρακαλούμε «άφες ημίν...» άκαρπη και χωρίς αποτέλε­σμα μένει η ικεσία μας,
γ) Ακόμη η έλλειψη συγχωρητικότητας δείχνει έλλειψη αυτογνωσίας. Αν γνώριζα τα χάλια μου, δεν θα είχα μάτια να δω και διάθεση να σταθώ σκληρός στα οποία λάθη του άλλου απέναντι μου. Και δεν υπάρχει πιο αποκρουστική αντίφαση από την μνησίκακη καρδιά, πού ζητάει το έλεος του Θεού και την άφεση των αμαρτιών της. Συνεχίζεται