Κυριακή 20 Μαΐου 2018
Από τον τελευταίο Κύκλο μας (20/05/'18)
Η Αγία
Θεοδοσία η παρθένος
(29η Μαϊου)

Η οσιομάρτυς Αγία
Θεοδοσία
στην Κων/πολη (29η
Μαϊου)
Η Αγία Οσιομάρτυς Θεοδοσία καταγόταν από την
Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από γονείς πλουσίους και ευσεβείς. Σε ηλικία
επτά ετών, αφού έμεινε ορφανή από πατέρα, εισήλθε σε μοναστήρι, όπου μετά από
λίγο εκάρη μοναχή. Μετά το θάνατο και της μητέρας της, αφού πούλησε και
διαμοίρασε στους φτωχούς τα υπάρχοντά της και απαλλάχτηκε έτσι από τις γήινες
φροντίδες, επιδόθηκε με μεγαλύτερο ζήλο στην απόκτηση της τελειότητας και των
μοναχικών αρετών, ασκούμενη στη μονή που βρισκόταν κοντά στο «Σκοτεινόν
φρέαρ» και ονομαζόταν «Άσπαρον στέρνην».
Όταν ανήλθε στο
θρόνο ο Λέων ο Ίσαυρος (717 - 741 μ.Χ.), εξαπολύθηκε άγριος διωγμός
εναντίον των εικονόφιλων και των ιερών εικόνων, ο δε πατριάρχης Γερμανός, στερεός προμαχώνας της
Ορθοδοξίας, εκδιώχθηκε και αντικαταστάθηκε από τον εικονομάχο Αναστάσιο.
Κατά την έναρξη του διωγμού διατάχθηκε η καθαίρεση και καταστροφή της
εικόνας του Χριστού, η οποία βρισκόταν επί τής Χαλκής Πύλης.

Από τον τελευταίο Κύκλο μας (20/05/'18)
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣH ΣΤΗ ΜΙΛΗΤΟ (Πραξ. κ’ 13-37)
«Ἒκρινε ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται
αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γὰρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς
πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα» (Πραξ. κ’ 16). Αλλά και να μη δει
κανέναν από την Έφεσο, φαινόταν πολύ σκληρό. Έτσι αποβιβάστηκε στη Μίλητο, λίγο
νοτιότερα. Από κει κάλεσε τα στελέχη της Εφέσου, επισκόπους, ιερείς και
διακόνους. Η συνάντηση υπήρξε πολύ συγκινητική. Όλοι δοκίμασαν μεγάλη χαρά από την
έστω και ολιγοχρόνιο αυτήν επικοινωνία. Την καρδιά όμως του Παύλου την
πλημμύριζε και ανησυχία για το μέλλον της Εκκλησίας. Γι αυτό θεώρησε καθήκον
του να τονώσει τους κληρικούς στο μεγάλο τους έργο. Για να κάνει περισσότερο
πειστικά τα λόγια του, τους έφερε τον εαυτό του ως παράδειγμα καλού ποιμένα.
«Ξέρετε, πώς συμπεριφέρθηκα και εργάσθηκα
στην Έφεσο από την πρώτη μέρα. Υπηρέτησα τον Κύριο με όλη την ταπεινοφροσύνη
και με πολλά δάκρυα, ανάμεσα σε πειρασμούς και κινδύνους. Ξέρετε πολύ καλά,
ότι όσα έπρεπε να διδάξω, τα δίδαξα με το παραπάνω και δημόσια και ιδιωτικά.
Όλους τους καλούσα, με όση δύναμη μου είχε δώσει ο Θεός, να μετανοήσουν, να
πιστέψουν στο Χριστό και να βρουν σωτηρία. Η συνείδηση μου μαρτυρεί, ότι δεν παρέλειψα ευκαιρία ή
περίσταση, που να μη σας αναγγείλω και σας αναπτύξω ποιο είναι το θέλημα του
Θεού». Και για να προφυλάξει τους κληρικούς να μη μεταβάλουν το ιερό έργο
σε εμπόριο λέει: «Ξέρετε ακόμη πολύ καλά ότι έζησα μεταξύ σας, χωρίς
να επιβαρύνω κανένα, χωρίς να δεχθώ χρήματα από κανένα. Με είδατε, με τα ίδια
μου τα χέρια δούλευα, για να συντηρώ όχι μόνον τον εαυτόν μου, αλλά και τους
βοηθούς μου… Όχι να παίρνετε, άλλα να δίνετε. Ο ίδιος ο Κύριος είπε, «μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν» (Πραξ. κ’ 35). Τρία χρόνια, θα το
θυμάστε αυτό, δεν έπαυσα νύκτα-μέρα να καθοδηγώ και να συμβουλεύω, τον καθένα
σας ιδιαιτέρως, πολλές φορές μάλιστα και με δάκρυα στα μάτια...».
Λόγια καλού ποιμένα προς τους ποιμένες της
Εκκλησίας! Φλογερός ζήλος για τη διάδοση του λόγου του Θεού και τη δόξα του Θεού!
Διαφωτισμός μικρών και μεγάλων, απέραντος αγάπη προς όλους τους πιστούς και
προς καθένα ιδιαιτέρως, επικοινωνία προσωπική και καθοδήγηση συνετή νύκτα-μέρα
στον καθένα και μάλιστα στα στελέχη της Εκκλησίας. Και, κοντά σ’ όλα,
αφιλοχρηματία και ανιδιοτέλεια πλήρης. Όλα για τους άλλους, τίποτε για τον εαυτό του! Τέτοια άγρυπνη προσοχή
συνιστά και ο Παύλος: «Εγώ, λέγει, ότι είχα να πω, σας το είπα. Τρία χρόνια
τίποτε δεν παρέλειψα, απ’ όσα έπρεπε να πω. Γι αυτό έχω τη συνείδηση μου ήσυχη.
Και αυτή την επίσημη ώρα, που σας βλέπω μαζεμένους, σας βεβαιώνω ενώπιον του
Θεού, ότι εγώ είμαι ανεύθυνος για όλους σας, αν παραστρατήσει κανείς και πάρει
το δρόμο της απώλειας».
Και τη στιγμή εκείνη, φωτισμένος από το Πνεύμα
του Θεού, βυθίζει το βλέμμα του στο μέλλον και βλέπει μερικά θλιβερά γεγονότα,
που θα συνέβαιναν στην Εκκλησία της Εφέσου. Με πόνο ψυχής και με φόβο τα
γνωστοποιεί στους κληρικούς, για να τους κάνει προσεκτικούς και άγρυπνους στον
ατομικό τους καταρτισμό και στην φροντίδα για τους άλλους. «Ξέρω καλά
τούτο. Ότι αφού φύγω εγώ, θα εισορμήσουν στην Εκκλησία και μεταξύ σας σοβαροί
αιρετικοί, που σαν λύκοι άγριοι, θα
διαρπάζουν και θα κατασπαράσσουν αλύπητα τα πρόβατα του Χριστού». Γύρισε τα
μάτια του στους συγκεντρωμένους κληρικούς, τους κοίταξε προσεκτικά και είπε με
ακόμη μεγαλύτερο πόνο: «Ξέρω και τούτο, το ακόμη χειρότερο ότι δυστυχώς
και από σας τους ιδίους, από σας τους επισκόπους και ιερείς της Εκκλησίας θα
αναπηδήσουν παραστρατημένοι πονηροί και αιρετικοί άνθρωποι, που θα πάψουν να
κηρύττουν την αλήθεια του Χριστού και θα κηρύττουν διδάγματα διεστραμμένα και
αιρετικά. Θα ζητούν να προσελκύσουν τους ανθρώπους όχι στο Χριστό, αλλά στον εαυτό
τους»! Για να προλάβει το τρομερό αυτό κατάντημα, προσθέτει με φωνή, παλλόμενη
από αγάπη και θλίψη. «Γι’ αυτό πρέπει να είστε άγρυπνοι. Προσέχετε καλά τον
εαυτό σας, για να μην παρασυρθείτε στην αμαρτία και την πλάνη. Προσέχετε ακόμη
και αγρυπνείτε για την περιφρούρηση και την πρόοδο του ποιμνίου. Και μη
λησμονείτε ποτέ ότι το Πνεύμα το Άγιο σας χειροτόνησε κληρικούς και σας
τοποθέτησε να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, την οποίαν
έσωσε και έκαμε δική Του με το τίμιο Αίμα του. Προσέχετε!»
Δεν υπάρχει αξίωμα στον κόσμο, να μπορεί να συγκριθεί
με το ιερατικό. Ο αρχιερέας κι ο ιερέας έχουν τιμηθεί από το Θεό με τη διαχείριση μιας υπεράνθρωπης
εξουσίας. Είναι όργανα της Χάριτος και διά μέσου αυτών το Άγιο Πνεύμα τελεί τα
μυστήρια, δίνει τη Χάρη, εργάζεται την αναγέννηση των ανθρώπων. Αλλά και η
ευθύνη των ιερέων μέγιστη. Αν δεν προσέξουν, αν δεν αγωνίζονται συνεχώς να
εφαρμόζουν πρώτοι αυτοί όσα διδάσκουν, υπάρχει ο τρομερός κίνδυνος να πέσουν βαθύτερα από τον οποιονδήποτε. Μπορεί να
καταντήσουν άπιστοι, ασεβείς, εκμεταλλευτές των ιερών, πλανεμένοι και
αιρετικοί, πολέμιοι των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Οι μεγαλύτερες αιρέσεις
προήλθαν από κληρικούς. Ποτέ διώκτες δεν έβλαψαν τόσο την Εκκλησία, όσο οι
αιρετικοί και ασεβείς κληρικοί. Γι' αυτό ο Παύλος συνιστά τόσο επίμονα να
προσέχουν πολύ τον εαυτόν τους, να επιμελούνται τον καταρτισμό, την
πνευματική πρόοδο και ζωή τους, να
προσέχουν και να ποιμαίνουν τους πιστούς κατά το θέλημα του Κυρίου ….
Έκπληξη
και θαυμασμός προς τον μεγάλο Απόστολο γέμισε την ψυχή των Εφεσίων και δυνατή
λύπη έσφιξε την καρδιά των. Και ο πόνος μεγάλωσε, όταν άκουσαν τον Παύλο να λέει·
«Αυτή είναι η τελευταία φορά, που με βλέπετε. Όλοι εσείς, που μεταξύ σας
πέρασα τρία χρόνια κηρύττων τη Βασιλεία του Θεού, δε θα δείτε πια το πρόσωπό
μου». Κρεμάστηκαν από το λαιμό του Παύλου και τον καταφιλούσαν. Ο Παύλος,
συγκινημένος κι αυτός, έκλεισε τη συνάντηση με προσευχή. Έπεσε στα γόνατα και
μαζί γονάτισαν όλοι, και απηύθυνε θερμή προσευχή σ’ Εκείνο, που για τη δόξα Του
βάδιζε με χαρά το δρόμο του μαρτυρίου!
Πέμπτη 17 Μαΐου 2018
Κυριακή 13 Μαΐου 2018
Από τον Κύκλο μας (13/05/'18)
Ο Άγιος Ισίδωρος (14η
Μαΐου)
Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν
ναύτης του βασιλικού στόλου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, και καταγόταν
από την Αλεξάνδρεια. Κάποια μέρα που η μοίρα του στόλου ήταν στη Χίο,
καταγγέλθηκε από τον κεντυρίωνα Ιούλιο στο Ναύαρχο Νουμέριο ότι
είναι χριστιανός. Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να
ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή.
Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως ήλθε στη Χίο,
πολύ στενοχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την ειδωλολατρική θρησκεία. Ο
Ισίδωρος, μόλις αντίκρισε τον πατέρα
του, με πολλή ευλάβεια και στοργή τον ασπάσθηκε συγκινημένος. Το ίδιο έκανε και
ο πατέρας του, αλλά δεν άργησε να εκφράσει και τη θλίψη του γι' αυτόν. Ο Ισίδωρος του είπε ότι μάλλον έπρεπε να
χαίρεται, διότι είδε το φως που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός. Ο πατέρας του τον
παρακάλεσε θερμά να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά ο Ισίδωρος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, οργισμένος
αυτός, τον καταράστηκε και παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει το
συντομότερο. Και πράγματι, ο Ισίδωρος
μετά από διάφορα βασανιστήρια αποκεφαλίσθηκε. Έτσι, επαληθεύεται ο λόγος του
Κυρίου, ότι «παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον» (Ματθαίου
ι' 21). Δε θα είναι μόνο οι ξένοι εναντίον των χριστιανών, αλλά και οι
άνθρωποι του σπιτιού τους.
Το σεπτό λείψανό του το έριξαν σε φαράγγι, για να τον καταφάγουν
τα όρνεα, λίγοι δε στρατιώτες φύλαγαν εκεί, μην τυχόν έλθουν οι Χριστιανοί και
παραλάβουν το σώμα. Όμως, μία Χριστιανή, ονόματι Μυρόπη (βλ. 2 Δεκεμβρίου),
ήλθε τη νύχτα και με την βοήθεια δύο υπηρετριών, την ώρα που οι στρατιώτες
είχαν πέσει και ησύχαζαν, παρέλαβε το ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασε. Την
επομένη, ο Νουμέριος πληροφορήθηκε ότι το λείψανο του Μάρτυρος είχε αρπαχθεί.
Υπέθεσε ότι οι στρατιώτες δελεάστηκαν με χρήματα και δώρα και επέτρεψαν στους
Χριστιανούς να παραλάβουν το σώμα του Αγίου. Γι' αυτό τους φυλάκισε, ενώ
παράλληλα κυκλοφόρησε την είδηση ότι θα τους φονεύσει , αν δεν του πουν σε ποιον
παρέδωσαν το λείψανο. Η Μυρόπη έκρινε ότι θα ήταν άδικο να εκτελεσθούν οι
στρατιώτες. Γι' αυτό παρουσιάσθηκε στον Νουμέριο και του δήλωσε την αλήθεια.
Εκείνος έδωσε εντολή να την φυλακίσουν. Μετά το μαρτύριό της, οι Χριστιανοί
έθαψαν με ευλάβεια το λείψανο της Παρθενομάρτυρος κοντά στον τάφο, όπου
προηγουμένως αυτή είχε αποθέσει αυτό του Αγίου Ισιδώρου.
Η ύπαρξη των Λειψάνων του Αγίου Ισιδώρου στη Χίο, μαρτυρείται ήδη κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. από τον
αγιολόγο Γρηγόριο Τουρώνη. Προηγουμένως, τον 5ο αιώνα μ.Χ., ο Άγιος Μαρκιανός,
Οικονόμος της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης, είχε μεταφέρει στη Βασιλεύουσα
την Κάρα και μέρος των Λειψάνων του Μάρτυρος, τα οποία κατέθεσε σε παρεκκλήσιο
του Ναού της Παναγίας στο Πέραν. Τα υπόλοιπα Λείψανα του Μάρτυρος αφαιρέθηκαν
από την Χίο το 1125 μ.Χ., με την βοήθεια του Βενετικού Στόλου, από τον
Ελληνόφωνο Λατίνο Κληρικό Cebrano Cebrani, με την ευκαιρία στρατιωτικής
αποστολής στην Ανατολή του Δόγη Domenico Michele.
Την 1η Μαΐου 1356 μ.Χ. τα Λείψανα του Μάρτυρος κατατέθηκαν σε Παρεκκλήσιο προς
τιμήν του, μέσα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Την 17η Σεπτεμβρίου 1626
μ.Χ. η Κάρα του Αγίου κλάπηκε από
την Τουρκοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη με την βοήθεια ντόπιου Χριστιανού, ο
οποίος πληρώθηκε αδρότατα από τις Βενετικές Αρχές. Η Κάρα έφθασε στη Βενετία
την 1η Μαρτίου 1627 μ.Χ. και κατατέθηκε στο Θησαυρό του Αγίου Μάρκου.
Από τον Κύκλο μας (13/05/'18)
ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ
ΣΤΗΝ ΤΡΩΑΔΑ (Πραξ. κ’ 5-11 )
Πράγματι σταματά ο νους
του ανθρώπου μπρος στο μέγιστο μυστήριο! Ο Κύριος προσφέρει το Άχραντο Σώμα Του
και το Τίμιο Αίμα Του στους πιστούς! Γι' αυτό και η Εκκλησία σε κάθε λειτουργία
τελεί πάντοτε τη Θεία Ευχαριστία. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο είναι το Σώμα και το Αίμα
του Κυρίου. Τα μάτια μας βλέπουν άρτο και οίνο. Αλλά ότι δεν μπορεί να δει το
μάτι, το αισθάνεται η καρδιά που πλημμυρίζει από ζωντανή πίστη. Αυτή η πίστη μάς
πληροφορεί ότι την ώρα εκείνη κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού·
παίρνουμε μέσα μας ολόσωμο το Θεάνθρωπο. Το σώμα και η ψυχή μας γίνεται θρόνος
και ναός του Θεού! Πόσον πράγματι θαυμαστό είναι το μυστήριο της Θείας
Ευχαριστίας!
...Τις νυκτερινές εκείνες
ώρες, που ο Παύλος δίδασκε τους Χριστιανούς στο τρίτο πάτωμα, ένας νέος, ο Εύτυχος,
είχε καθίσει επάνω στο παράθυρο, στο πρεβάζι. Καθώς οι ώρες περνούσαν είχε
αρχίσει να καταλαμβάνεται από υπνηλία. Σε λίγο «κατενεχθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου» (Πραξ κ’ 9), κατεβλήθη και παρέλυσε.
Οι άλλοι, απορροφημένοι από τον Παύλο δεν αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο που
διέτρεχε. Και να, σε κάποια στιγμή έγειρε προς τα έξω και έπεσε στην αυλή. Τρομαγμένοι,
έτρεξαν όλοι κάτω και βρήκαν τον Εύτυχο νεκρό. Μεγάλος πόνος έσφιξε την καρδιά τους.
Φωνές θλίψεως ακούστηκαν και δάκρυα έβρεξαν τα μάτια. Αίφνης άκουσαν δυνατή τη
φωνή του Παύλου, που είχε κατέβει μαζί τους: «Μὴ θορυβεῖσθε· ἡ γὰρ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν αὐτῷ ἐστιν.» (Πραξ κ’ 10).Έσκυψε προς το νεκρό σώμα, το πήρε στην αγκαλιά του, έκαμε μια ολόθερμη
προσευχή προς τον Παντοδύναμο Θεό και έγινε το μεγάλο θαύμα. Η ψυχή γύρισε
πάλι στη γη να ξανακατοικήσει στο σώμα, από το οποίο είχε φύγει. Αλλά και το
σώμα ήτανε θανάσιμα τσακισμένο και πληγωμένο. Ο Θεός με την προσευχή του
Παύλου, έκανε και αυτό εντελώς καλά. Του έδωσε πλήρη αρτιμέλεια σαν να μην είχε
συμβεί το τραγικό ατύχημα. Και ο Εύτυχος πλήρως υγιής σηκώθηκε, ξανακάθισε
πάλι ανάμεσα στους άλλους Χριστιανούς και ασφαλώς κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα
του Κυρίου, όπως οι άλλοι. Οι Χριστιανοί με απερίγραπτη έκπληξη είδαν το μεγάλο
θαύμα και με βαθειά ευγνωμοσύνη δόξαζαν τον Κύριο Ζωής και Θανάτου.
Από το γεγονός αυτό
έμαθαν τούτη την αλήθεια, ότι οι νεκροί δεν χάνονται. Η ψυχή αμέσως μετά το
θάνατο μεταφέρεται και ζει στους ουρανούς. Το δε σώμα θα αναστηθεί μια μέρα με τη
δύναμη του Θεού, όπως αναστήθηκε το νεκρό σώμα του Εύτυχου. Αλλά θα αναστηθεί σώμα άφθαρτο και αθάνατο,
πνευματικό και ένδοξο, απρόσβλητο πλέον από ασθένειες και ανάγκες, φθορά και
Θάνατο. Η ανάσταση των νεκρών αποτελεί μία από τις βασικές αλήθειες της πίστης
μας. Πολλές φορές μίλησε ό Κύριος γι’ αυτή. «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ
ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται·… μὴ
θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται
τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς,
οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ιωαν ε’ 25-29). Ο Παύλος πολλές φορές γράφει, ότι το σώμα αυτό το υλικό, που
κάποια μέρα θα πεθάνει, θα αναστηθεί ένδοξο και αιώνιο. Ρίπτεται, λέει, στον
τάφο σώμα, που φθείρεται και αποσυντίθεται, θ’ αναστηθεί όμως σώμα άφθαρτο. Θάβεται
σε κατάσταση δυσωδίας και αθλιότητας, θ’ αναστηθεί όμως λαμπρό και ένδοξο. Σπέρνεται
στη γη ασθενικό και νεκρό, θ’ αναστηθεί γεμάτο ζωή και δύναμη. Σκεπάζεται από το
χώμα σώμα ζωικό, υλικό, και θ' αναστηθεί σώμα ανώτερο, πνευματικό και αιώνιο. Όπως
ένδοξος αναστήθηκε ο Χριστός, έτσι θα αναστήσει και τα σώματα των νεκρών. «Πρωτότοκος των νεκρών εγένετο»!!
Παρασκευή 11 Μαΐου 2018
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)