Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΜΑΣ (03/12/2017)

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ 
Δύο και πλέον χρόνια έκλεισαν από τότε, που ο από­στολος Παύλος πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα. Οι Φίλιπ­ποι, η ωραία αυτή πόλη της Μακεδονίας, είχε την ευτυχία να ακούσει και να δεχθεί πρώτη το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ύστερα η Θεσσαλονίκη με τον καλό Ιάσονα και τους «α­γαπητούς αδελφούς», η Βέροια με τους ευγενείς και πολιτι­σμένους κατοίκους της, η Αθήνα με το Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τη Δάμαρη, η Κόρινθος με τους πολυπληθείς και ενθουσιώδεις Χριστιανούς, όπως και άλλα μέρη της «Α­χαΐας», δηλαδή της παλαιάς Ελλάδας, είχαν την ευλογία να δουν και να ακούσουν τον μεγάλο Απόστολο. Πνευμα­τικός αγρός εύφορος και αποδοτικός η Ελλάδα, δέχθηκε πρό­θυμα τον λόγο του Θεού, που με αφθονία έσπειρε ο Παύλος, και καρποφόρησε το ένα σε τριάντα και εξήντα και εκατό, ό­πως λέγει και η παραβολή του Κυρίου. Ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής του σαν να έχει δοθεί στην Ελλάδα και στους Έλληνες Χριστιανούς, πολλούς από τους ο­ποίους και με τα ονόματα τους αναφέρει στις επιστολές του.  Αλήθεια! Και τί δεν έγραψε έπειτα σ' αυτούς και γι’ αυ­τούς. Στους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης είχε γράψει δύο επιστολές, όπου άφησε να ξεχυθεί όλη του η αγάπη και η στοργή προς αυτούς. «Ἀλλ' ἐγενήθημεν ἤπιοι ἐν μέσῳ ὑμῶν, ὡς ἂν τροφὸς θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα». Και πα­ρακάτω προσθέτει: «οὕτως ὁμειρόμενοι ὑμῶν εὐδοκοῦμεν μεταδοῦναι ὑμῖν οὐ μόνον τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, διότι ἀγαπητοὶ ἡμῖν γεγένησθε. Μνημονεύετε γάρ, ἀδελφοί, τὸν κόπον ἡμῶν καὶ τὸν μόχθον· νυκτὸς γὰρ καὶ ἡμέρας ἐργαζόμενοι πρὸς τὸ μὴ ἐπιβαρῆσαί τινα ὑμῶν ἐκηρύξαμεν εἰς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ.» (Α΄ Θεσσαλ. β’  7-8). Στους Φιλιππησίους έγραψε αργότερα με ακόμη τρυφερότερα λόγια. Τους διαβεβαίωσε ότι τους αγαπά με όλη του την καρδιά, την ολοκληρωτικά δοσμένη στο Χριστό. «Μάρτυς γὰρ μού ἐστιν ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθῶ πάντας ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τους ονομάζει «ἀδελφούς του ἀγα­πητοὺς καὶ ἐπιποθήτους, χαρὰν καὶ στέφανὸν του» και θερμοπαρακαλεί «οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ, ἀγαπητοί» (Φιλιπ α’ 8 , δ’ 1). Να ζείτε, αγαπητοί μου, την κατά Θεόν ζωή, όπως εγώ σας έχω υποδείξει. Αλλά και προς τους Κορινθίους δεν εκφράζε­ται με λιγότερη αγάπη. Τους ονομάζει «τέκνα του αγαπη­τά», «συνεργούς» του. Βέβαια βρέθηκε στην ανάγκη να τους κάνει και παρατηρήσεις, αλλά από αγάπη και μόνο και με θλίψη πολλή: «ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.» (Β’ Κορ. δ’ 14) Παραπονείται, ότι ενώ τους αγαπά τόσο πολύ, αυτοί τον αγαπούν λιγότερο. Παρά τούτο εί­ναι αποφασισμένος με όλη του την καρδιά να θυσιάσει τα πάντα γι' αυτούς και αυτήν ακόμα τη ζωή του. «ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Β’ Κορ.  ιβ’ 15).

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΚΛΟΣ 03/12/2017



"Ο ένας κοιτάζει το νερόλακκο και βλέπει τη λάσπη, ο άλλος βλέπει μέσα του τα άστρα που αντανακλούνται."


ΕΛΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ '17 11:30 πμ

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Από το χθεσινό μας Κύκλο (19/11/'17)

Ο άγιος Μεγαλομάρτυς Ιάκωβος ο Πέρσης (27 Νοεμβρίου)
            «Ο Ιάκωβος γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς στην περ­σική πόλη Έλαπα ή Βηλάτ, ανατράφηκε με τα νάματα της Πίστεως και νυμφεύθηκε μια χριστιανή κοπέλα. Ο Πέρσης βασιλιάς Ισζδιγέρδης εκτιμούσε τον Ιάκωβο για τα χαρίσματα και τις δεξιότητες του και τον κατέστησε αξιωματούχο στην αυλή του. Κολακευμένος ο Ιάκωβος από την αγάπη του βασιλιά, παραπλανήθηκε και άρχισε να θυσιάζει κι αυτός στα είδωλα που προσκυνούσε ο Πέρσης ηγεμόνας.
Πληροφορήθηκαν το γεγονός η μητέρα και η σύζυγος του Ιακώβου. Του έγραψαν τότε μια επιστολή επιτιμητική, θρη­νολογώντας για το κατάντημά του να γίνει αποστάτης της Πίστεως και πνευματικά νεκρός και, τέλος, τον ικέτευαν να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Χριστό. Συγκλονισμένος από την επιστολή που διάβασε ο Ιάκωβος μετάνιωσε πικρά και με παρρησία πήγε στον βασιλιά και ομολόγησε την πίστη του στον Κύριο Ιησού Χριστό. Οργισμένος ο βασιλιάς, τον καταδίκασε σε θάνατο μ’ ένα ιδιαίτερα φρικτό μαρτύριο: θα κατατεμάχιζαν το σώμα του, σταδιακά, μέχρι να εκπνεύσει. Οι δήμιοι εκτέλεσαν κατά γράμμα τη διαταγή του μοχθηρού Ισζδιγέρδη και κατέκοψαν πρώτα τα δάχτυλα των άκρων του Ιακώβου, ύστερα τα χέρια, τα πόδια, τους βραχίονες, τους ώμους. Στο τέλος έμεινε μόνο η κοιλιά και το κεφάλι του, που αποκόπηκαν επίσης. Σε κάθε κατατομή μέλους ο συντετριμμένος από τη μετάνοια μεγαλομάρτυρας ανέπεμπε ευχαριστία στον Θεό. Οι πληγές του ανέβρυζαν μια άρρητη ευωδία, σαν κυπαρισσιού. Καθαρθείς από τη βαριά αμαρτία του μέσα στο λουτρό του αίματός του, ο εξαίσιος Ιάκωβος παρέδωσε τη ψυχή του στον Χριστό, τον Θεό, και πέρασε ενδόξως στη Βασιλεία των Ουρανών. Τελειώθηκε δι’ αποκεφαλισμού περί το έτος 400. Η τίμια κάρα του βρίσκεται στα Ρώμη και μέρος των λειψάνων του στην Πορτογαλία, όπου τιμούν τη μνήμη του στις 23 Μαΐου.
Όταν οι δήμιοι απέκοψαν τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του αγίου Ιακώβου, εκείνος ανεβόησε: «Πρόσδεξαι, Κύριε, τον πρώτο κλάδο, που σαν την άμπελο κλαδεύεται, ώστε εν καιρώ να βλαστήσει νέος κλάδος». Στην αποκοπή του δεύτερου δακτύλου του είπε: «Δέξου, Κύριε, και τον δεύτερο κλάδο του δέντρου που εφύτευσεν η δεξιά Σου». Στο τρίτο δάκτυλο που του απέκοψαν είπε: «Ευλογώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα». Στην αποκοπή του τέταρτου αναφώνησε: «Συ που δέχθηκες τη δοξολογία από τα τέσσερα Ιερά ζώα (σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών), δέξου το μαρτύριο του τέταρτου δακτύλου μου». Στο πέμπτο δάκτυλο που του έκοψαν, είπε: «Ας είναι πεπληρωμένη η χαρά μου όπως των πέντε φρονί­μων παρθένων στη γαμήλια εορτή!». Στην αποκοπή του έκτου δακτύλου, είπε: «Δόξα Σοι, Κύριε, ο οποίος την Έκτη Ώρα εξέτεινες τα πανάχραντα χέρια Σου επί του Σταυρού, διότι με αξίωσες να Σου προσφέρω το έκτο μου δάκτυλο». Όταν του έκοψαν το έβδομο δάκτυλο, είπε: «Όπως ο Δαυίδ Σε αινούσε επτάκις της ημέρας, Σε υμνολογώ διά του εβδόμου δακτύλου μου που απετμήθη προς χάριν Σου». Μετά το όγδοο που αποκόπηκε, είπε: «Την όγδοη ημέρα Συ, Κύριε, περιετμήθης». Μετά την αποκοπή του ενάτου είπε: «Την ένατη ώρα, Χριστέ μου, παρέδωσες το Πνεύμα Σου στα χέρια του Πατρός Σου, κι εγώ Σου προσφέρω ευχαριστία το μαρτύριο του ενάτου δακτύλου μου». Στην αποκοπή του δεκάτου δακτύλου, είπε: «Εν δεκαχόρδω ψαλτηρίω Σοι ψαλώ, Θεέ μου, και Σε ευχαριστώ ότι με αξίωσες να υπομείνω την αποκοπή των δέκα δακτύλων των δύο χειρών μου, για τις Δέκα Εντολές που εγράφησαν σε δύο πλάκες». Ω! Εξαίσια πίστη και αγάπη! Ω ευγένεια ψυχής του ανδρείου αθληφόρου του Χριστού Ιακώβου.»

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος -Νοέμβριος, εκδ. Άθως, σ. 249-250, 254-255)

Από το χθεσινό μας Κύκλο (19/11/'17)

«Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον» (Β’ Θεσσ. β 3)
Παραστρατημένοι άνθρωποι παρουσιάσθηκαν και στην εποχή ακόμα που ζούσαν και κήρυτταν οι Απόστολοι. Διέστρεφαν τη διδασκαλία του Παύλου για τη Δευτέρα Παρουσία και προφήτευαν ότι έφτασε το τέλος του κόσμου. Έτσι δημιουργούσαν σύγχυση, ταραχή και ακαταστασία στη ζωή των Χριστιανών. Μερικοί άφηναν την εργασία τους: «τί θέλουμε  τώρα να δουλέψουμε, αφού σε λίγο θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία»; Οι ψευδοπροφήτες απειλούσαν να αποσυνθέσουν, να διαλύσουν, αλλά και να γελοιοποιήσουν στα μάτια των απίστων την Εκκλησία. Φαντάζεσθε τη στενοχώρια του Παύλου. Ήθελε να πάει στη Θεσσαλονίκη, να αποστομώσει τους αιρετικούς και να στερεώσει τους πιστούς. Αλλά δεν το επέτρεπαν οι εργασίες στην Κόρινθο. Γι' αυτό έγραψε τη δεύτερη προς Θεσσαλονικείς επιστολή του.
Στην επιστολή αυτή πρώτα επαινεί τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης για την πίστη τους, για την αρετή τους, για την αγάπη που έχουν μεταξύ τους, αλλά και την υπομονή την οποία δείχνουν στους διωγμούς και τις θλίψεις που υφίστανται. Ας μη λησμονούν ότι υπάρχει ο δίκαιος Θεός, ο οποίος στους διώκτες θα στείλει θλίψεις και τιμωρίες, και στους Χριστιανούς θα δώσει χαρά και άνεση. Συνιστά να προσεύχονται τακτικά, να αποφεύγουν την επικοινωνία με Χριστιανούς που δεν συμπεριφέρονται καλά, να κάνουν το καλό προς όλους, χωρίς ποτέ να αποκάμνουν, και να εργάζονται τα καθημερινά τους έργα με ησυχία και προθυμία.
Όσο δε για τους ψευδοπροφήτες, συνιστά να μην τους προσέχουν καθόλου. Κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Θα προηγηθούν απ’ αυτήν πολλά γεγονότα. Και προλέγει ο Παύλος ποια θα είναι τα γεγονότα αυτά. Δεν ορίζει χρονολογίες, προλέγει  γεγονότα. Η Αγία Γραφή δεν προλέγει ημερομηνίες. Και όσοι προσπάθησαν να προφητεύσουν τις χρονολογίες αυτών των γεγονότων έπεσαν έξω.
Εκείνοι όμως απ’ όλους τους ψευδοπροφήτες όλων των αιώνων που περισσότερο διαψεύσθηκαν και γελοιοποιήθηκαν, είναι οι Χιλιαστές. Αυτοί κατ’ ουσία δεν είναι Χριστιανοί. Παρόλο που κρατούν τη Γραφή στα χέρια τους, δεν την εννοούν ορθά και δεν εφαρμόζουν τα διδάγματα της, αλλά διαστρέφουν και στηρίζουν πάνω σ' αυτή φοβερές αιρέσεις και γελοίες και ανόητες προφητείες. Χίλιες φορές χειρότεροι αυτοί, από τους ψευδοπροφήτες της Θεσσαλονίκης, καθόρισαν πολλές κατά σειράν χρονολογίες και πάντα διαψεύσθηκαν. Και δεν ντρέπονται καθόλου να αποδεικνύονται πλανεμένοι και ψεύτες. Και σήμερα ακόμη γυρίζουν από πόλη σε πόλη, από σπίτι σε σπίτι  και προσπαθούν να διαδώσουν την πλάνη τους.
Εμείς οι Χριστιανοί δεν πρέπει να τους δίνουμε καμιά προσοχή και ακρόαση. Πρέπει δε να διαφωτίζουμε και τους άλλους να προφυλαχθούν απ’ αυτούς και από τα έντυπα τους. Σύνθημα μας ας είναι: Μακριά από την πίστη μας οι ψευδοπροφήτες. Και σε μας ο Παύλος λέει ότι είπε τότε στους Θεσσαλονικείς:  «Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον» (Β’ Θεσσ. β 3)